Σελίδες

ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

ο καιρός

Τρίτη 27 Απριλίου 2010


Δεν μου αρέσει να ακούω ότι τα αγόρια δεν είναι συναισθηματικά και πως δεν αγαπάνε. Ξέρω πως απλά δεν ισχύει. Για να σας πείσω, αναδημοσιεύω το παρακάτω άρθρο του φίλου και αναγνώστη Μάνθου Δαμίγου.

Έψαξα να σε βρω. Έψαξα παντού. Κοίταξα βαθιά μέσα μου, και σε βρηκα. Η εικόνα σου κράτησε μερικά δευτερόλεπτα. Ήταν αρκετά για να απομνημονεύσω το γαλήνιο, όμορφο πρόσωπο σου. Αφού διαλύθηκες σαν σκόνη στον ανεμο, μου φωναξες ”Ψαξε να με βρεις”. Εψαξα παντού. Σε μακρινές χώρες, σε ατέλειωτα πράσινα λιβάδια, παντού. Που να ήξερα ότι ήσουν κάτω από την μύτη μου. Μόλις το καταλαβα, ενιωσα πολύ μεγάλος μαλάκας. Είχα βρει όμως τον άνθρωπο που έψαχνα. Τον άνθρωπο μου.
Ήσουν ολόιδια. Το πρόσωπο σου εξέπεμπε κάτι γαλήνιο, κάτι αθώο και όμορφο. Ήσουν ένα θαύμα της φύσης. Έμεινα να σε κοιτάζω, όπως δεν σε είχα κοιτάξει όλο αυτό τον καιρό που σε ήξερα. Δεν το περιμενα. Ξαφνιαστικα. Οταν μίλησες ένιωσα να βουλιάζω στον χείμαρρο των λέξεων σου, αυτες, τις ίδιες λέξεις που άκουγα όλα αυτά τα χρόνια που σε ήξερα. Το άρωμα σου είχε κάτι το παράξενο. Παρόλο που το πρόσωπο σου ήταν γαλήνιο και αθώο, το άρωμα σου είχε μια άγρια, επιθετική ενεργεία. Ήσουν από μονή σου μια αντίθεση, ένας παράξενος συνδυασμός άγριας και ταυτόχρονα ήπιας ομορφιάς.
Άρχισα να γραφώ τραγούδια και να προσπαθώ να εκφράσω αυτό που ένιωθα, αυτό το περίεργο συναίσθημα που δεν μπορούσα να το πω με λόγια. Ήταν τρομακτικό το ποσό πολύ εύκολα μπορούσαν να περιγράψουν κάτι το τόσο όμορφο σαν εσένα οι λέξεις και η μουσική. Επερχόντουσαν και με συντρόφευαν όποτε σε σκεφτομουνα, και έκαναν τον πόνο μου παραμύθι. Την μια πινόντουσαν χαρούμενα και εύθυμα, την άλλη νοσταλγικά και λυπημένα. Η μελωδίες αυτές τριγυρνούσαν στο κεφάλι μου και δεν με αφήναν να συγκεντρωθώ
Η μονή μου διέξοδος από αυτό το γλυκό μαρτύριο ήταν το σκοτεινό πέπλο των ονείρων. Έβλεπα όνειρα τρελά. Ήσουν εσύ και εγώ και φιλιόμασταν κάτω από το φεγγαρόφωτο. Δεν το πίστευα. Ήσουν τόσο δυνατή που έλεγχες τα όνειρα μου με μια σου σκέψη. Ένιωθα μια γλυκιά αδυναμία όταν με κοιταζες, γιατι εκείνη την στιγμή αποφάσιζες τι θα ονειρευτώ. Όταν ονειρευόμουν, ένιωθα υποδουλωμένος στην ύπαρξη σου, στο είναι σου, στον όμορφο και φινετσάτο εγωισμό σου. Ήμουν στην κυριολεξία σκλάβος σου.
Ένιωθα χαρούμενα όταν ήμουν διπλά σου. Ήμουν τρισευτυχισμένος όταν μου έδινες σημασία. Βρισκόμουν στον παράδεισο όταν μου μιλούσες και με κοιταζες, όταν με άφηνες να αισθανθώ αυτήν την θειική αύρα που σε περιέβαλλε. Ήθελα να κρατήσει παραπανω. Αλλα τότε θυμόμουν πως δεν μπορούσα να συγκριθώ μαζί σου, και εγκατέλειπα την μάχη. Γιατί άπλα είχες κερδίσει χωρίς καν να προσπαθήσεις.
Ήσουν η αίτια που άλλαξα ολόκληρος. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως όταν βρισκόσουν κάπου, οτιδήποτε υπήρχε τριγύρω, όσο μίζερο και γκρίζο ήταν, αποκτούσε χρώμα και έλαμπε, ακτινοβολούσε και προσπαθούσε να σε κάνει να χαρείς, να γελάσεις με αυτό το γέλιο που έκανε κάθε κύτταρο στο σώμα μου να φωνάζει ‘’Σε θέλω’’. Και όταν τα καταφερνε, τοτε ήξερε ότι είχε βρει το νόημα της ζωής.
Ότι κοίταζα γύρω μου θύμιζε εσένα. Γιατί; Ίσως γιατί κάθε πραγματικό ένα μικρό ασήμαντο κόκκο άμμου σε μια τεραστία παράλια, μέχρι ένα τεράστιο βουνό, που μπορούσε να το δει ο καθένας από μιλιά μακρια, ειχε ένα κομμάτι από εσένα. Ήταν κάτι το πραγματικά απίθανο. Σαν εσύ να είχες πλάσει τον κόσμο.
Όταν κοιτούσα τα μάτια σου, έβλεπα μέσα δάκρυα από χιλιάδες αστέρια, τα όποια λυόντουσαν που είχες φύγει από τον νυχτερινό ουρανό και είχες αφήσει ένα μικρό, απειροελάχιστο κομμάτι την ψυχής σου να φωτίζει τον νυχτερινό ουρανό, το όποιο οι άνθρωποι το ονόμασαν φεγγάρι. Κοιτούσα λοιπόν τα μάτια σου και άφηνα τον εαυτό μου να στριφογυρίζει και να πλανιέται μέσα σε άπειρες αποχρώσεις γαλάζιου, και να αρχίζει να απορροφάει ένα μικρό κομμάτι από εσένα, το όποιο έμεινε μέσα μου για να μου θυμίζει ότι υπάρχεις.
Όταν με φίλησες, σφράγισες την μοίρα μου για πάντα. Ένιωσα τα χείλη σου πάνω στο δέρμα μου. Ήταν ένα αθωο, παιδικο φιλί ,χωρίς υποσχέσεις ,χωρίς να περιμένει τίποτα. Έμεινα για αυτές τις λίγες στιγμές ακίνητος και απήλαυσα την αίσθηση των παιδικών χειλιών σου, που αποφάσισαν να είμαι εγώ ο έκλυτος που θα είχα την ευκαιρία να τα νιώσω και να με νιώσουν για πρώτη φορά, ελπίζοντας να μπορέσω να ξανανιώσω αυτήν την αίσθηση .Ήθελα να στο ανταποδώσω, αλλά εκείνη την στιγμή πάγωσα. Ένιωσα απροετοίμαστος ,ήμουν ανίκανος να συγκριθώ μαζί σου. Ένιωσα χαζός, ένα χαζό παΐδι ανίκανο να ανταποκριθεί στο κάλεσμα σου.
Ήσουν κάτι το απρόβλεπτο από μονή σου. Γι αυτό και σε αγάπησα πραγματικά, γι αυτό και ακόμα και αν εσύ με αγάπησες για λίγο, η ακόμα και αν εγώ άργησα, ένα κομμάτι σου συνεχίζει να μένει μέσα σου και να ξέρει πως ένιωσα λίγη από την αγάπη σου. Μπόρεσα λοιπόν και σε παρομοίασα με κάτι, για να σε έχω πάντα διπλά μου. Σε παρομοίασα με την θάλασσα. Από τότε και κάθε μέρα, όποτε βλέπω θάλασσα χαμογέλα και χαίρομαι, για όλες αυτές τις στιγμές που πέρασα μαζί σου, γιατί ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα τον αληθινό ερώτα. Και αν καταφέρνω να τελειώσω αυτό το γράμμα, είναι γιατί άμα το συνεχίσω, δεν θα μπορέσω να το τελιώσω.
Σε αγαπώ.

alexfilos.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: