Σελίδες

ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

ο καιρός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιέρωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιέρωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020

Πέθανε η συγγραφέας Άλκη Ζέη. Υπήρξε μια από τις σημαντικότερες συγγραφείς της μεταπολεμικής και μεταδικτατορικής Ελλάδας. Πρώτο της μυθιστόρημα «Το καπλάνι της βιτρίνας»


Έφυγε από τη ζωή η συγγραφέας Άλκη Ζέη σε ηλικία 97 ετών.




Γεννήθηκε στην Αθήνα τo 1923 και πέρασε τα πρώτα παιδικά της χρόνια στη Σάμο, απ’ όπου καταγόταν η μητέρα της. Όταν άρχισε το σχολείο, η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στο Μαρούσι και στη συνέχεια στην Αθήνα.

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

Η ελληνική γλώσσα του σύμπαντος κόσμου


Τα ελληνικά είναι οικουμενική γλώσσα, επειδή ο πολιτισμός μας είναι από τη φύση του οικουμενικός, έχοντας επίκεντρο τον άνθρωπο.

Απόσπασμα παρέμβασής μου στην Ημερίδα που συνδιοργάνωσαν το Υπουργείο Παιδείας, η Ελληνική Πρεσβεία, το Γραφείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Κύπρο και ο Σύνδεσμος Υποτρόφων του Ιδρύματος Λεβέντη, για την «Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας»



Κάθε γλώσσα είναι μέσο επικοινωνίας και συνάμα στοιχείο της εθνικής ταυτότητας και ιδιοπροσωπίας των εθνών. Αυτό ισχύει και για τα ελληνικά. Ωστόσο, θα επικεντρωθώ στην οικουμενική διάσταση της ελληνικής γλώσσας, ιδιαίτερα στο σημερινό ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Τρίτη 16 Απριλίου 2019

Η ιστορία της Μάντσεστερ Σίτι







Ποδοσφαιρική ομάδα της Αγγλίας, που εδρεύει στην πόλη του Μάντσεστερ και αγωνίζεται στην Πρέμιερ Λιγκ. Βρίσκεται στη σκιά της συμπολίτισσας της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, αν και διαθέτει μεγαλύτερη βάση οπαδών στην πόλη από τη μεγάλη της αντίπαλο. Γι’ αυτό η ομάδα φέρει το προσωνύμιο «Πολίτες» («The Citizens»).

Κυριακή 14 Απριλίου 2019

Η ιστορία του Πανεπιστημίου Αθηνών

Το κεντρικό κτήριο του πανεπιστημίου

Η ιδέα για την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών ανήκε στον Ιωάννη Καποδίστρια και η υλοποίηση της στον βασιλιά Όθωνα. Ιδρύθηκε με βασιλικό διάταγμα στις 14 Απριλίου του 1837 και εγκαινιάστηκε στις 3 Μαΐου του ίδιου χρόνου. Πρωτοστεγάστηκε στην κατοικία του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη, επί της οδού Θόλου, στη βορειοανατολική πλευρά της Ακρόπολης. Ήταν το πρώτο Πανεπιστήμιο, όχι μόνο του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, αλλά και της Ανατολικής Μεσογείου.

Το Οθώνειον Πανεπιστήμιον, όπως λεγόταν πριν πάρει το σημερινό όνομα Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιον Αθηνών, αποτελούνταν από τέσσερις σχολές: Θεολογίας, Νομικής, Ιατρικής και Τεχνών (η οποία περιλάμβανε τότε τις Εφαρμοσμένες Επιστήμες και τα Μαθηματικά). Το 1904, η Σχολή των Τεχνών διασπάστηκε σε δύο Σχολές, σε αυτή των Τεχνών και αυτή των Επιστημών, η οποία περιέλαβε τις νέες Σχολές Φυσικής, Μαθηματικών και Φαρμακευτικής. Το 1919 προστέθηκε το τμήμα της Χημείας και το 1922 η Σχολή Φαρμακευτικής ξεχώρισε ως τμήμα. Μια άλλη αλλαγή έγινε όταν στην Ιατρική Σχολή προστέθηκε το τμήμα της Οδοντιατρικής.

Με πρώτο πρύτανη τον Κωνσταντίνο Σχινά, το πανεπιστήμιο είχε αρχικώς 33 τακτικούς και εκτάκτους καθηγητές, 52 φοιτητές και 75 μη εγγεγραμμένους ακροατές, ως επί το πλείστον γηραιούς φουστανελοφόρους αγωνιστές του '21, δημοσίους υπαλλήλους και μαθητές γυμνασίου.

Η Οικία Κλεάνθη στην Πλάκα, όπου πρωτο-στεγάστηκε το Οθώνειον ΠανεπιστήμιονΤο Νοέμβριο του 1841 άρχισαν να λειτουργούν νέες τάξεις σ' ένα καινούργιο κτίριο που σχεδιάστηκε από τον δανό αρχιτέκτονα Κρίστιαν Χάνσεν, στην οδό ονομασθείσα Πανεπιστημίου. Εκατοντάδες επιφανών και απλών Ελλήνων συνεισέφεραν με τον οβολό τους για την αποπεράτωσή του κτιρίου, για το οποίο απαιτήθηκαν 176.000 δραχμές. Ο Δήμος Αθηναίων από την πλευρά του ανέλαβε την υποχρέωση να διαμορφώσει την οδό Πανεπιστημίου, στην οποία μέχρι τότε υπήρχαν βαθιά ρυάκια και βράχοι.

Σ' αυτή την πρώτη, πραγματικά ηρωική περίοδο για την ελληνική εκπαίδευση, οι διδάσκοντες κατέβαλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες, προκειμένου να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ του καινούριου ιδρύματος και των παλαιότερων που λειτουργούσαν σε άλλες χώρες. Χαρακτηριστικό των δυσκολιών είναι ότι από τους 52 πρωτοεγγραφέντες φοιτητές, μόνο οι 18 παρακολούθησαν τα μαθήματα και ελάχιστοι έλαβαν πτυχίο.

Ανάμεσα στο 1895 και στο 1911, κάθε χρόνο έμπαιναν στις Σχολές περίπου χίλιοι σπουδαστές και στο τέλος του Α' Παγκόσμιου Πολέμου έφτασαν τους δύο χιλιάδες. Αυτό οδήγησε στην απόφαση για καθιέρωση εισαγωγικών εξετάσεων για όλες τις Σχολές, ξεκινώντας από το ακαδημαϊκό έτος 1927-28. Από το 1954 και μετά, ο αριθμός των εισαγόμενων φοιτητών καθορίζεται από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, ύστερα από πρόταση των Σχολών.

Στη δεκαετία του 1960 άρχισαν κατασκευαστικές εργασίες στην Πανεπιστημιούπολη, στην περιοχή Ζωγράφου. Τα νέα κτίρια της Πανεπιστημιούπολης περιλαμβάνουν αυτά της Φιλοσοφικής και Θεολογικής, τα τμήματα της Σχολής Θετικών Επιστημών και τη Φοιτητική Εστία.
sansimera.gr

Πέμπτη 11 Απριλίου 2019

Η ιστορία του μπασκετικού Παναθηναϊκού

Παρίσι, 1996



Η μεγάλη στιγμή για τον Παναθηναϊκό ήρθε την αγωνιστική περίοδο 1995-1996, όταν κατέκτησε τον πρώτο του ευρωπαϊκό τίτλο και μάλιστα τον κορυφαίο: το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Για να φτάσει στο φάιναλ-φορ των Παρισίων, η ομάδα του Μπόζινταρ Μάλκοβιτς πέτυχε 11 νίκες και υπέστη 6 ήττες στους προκριματικούς γύρους.
Στον πρώτο ημιτελικό του φάιναλ-φορ (9 Απριλίου 1990), που έγινε στο Παλέ Ντε Μπερσί, ο Παναθηναϊκός επικράτησε εύκολα της αναγεννημένης ΤΣΣΚΑ Μόσχας με 81-71. Η σύνθεση των νικητών: Αλβέρτης 13, Βουρτζούμης 2, Οικονόμου 8, Κόρφας 8, Γιαννάκης, Μουριούνης, Βράνκοβιτς 8 (12 ρ. - 11 κ.), Ουίλκινς 35 (15 ρ.), Σταυρακόπουλος 7 και Πετσάρσκι. Στον άλλο ημιτελικό, η Μπαρτσελόνα επικράτησε της αιώνιας αντιπάλου της Ρεάλ Μαδρίτης με 76-66.
Οι δύο νικήτριες, πρωτάρες σε τελικό, τέθηκαν αντιμέτωποι στις 11 Απριλίου και οι πράσινοι κατέκτησαν το πολυπόθητο τρόπαιο, νικώντας σ' ένα συγκλονιστικό παιγνίδι τους μπλαουγκράνα με 67-66. Ο αγώνας κρίθηκε στα τελευταία τέσσερα δευτερόλεπτα, όχι με καλάθι, αλλά με την πολυσυζητημένη τάπα του αιώνα, όπως αποκλήθηκε το αντικανονικό κόψιμο του Στόγιαν Βράνκοβιτς επί του Μοντέρο, που ήταν μόνος φάτσα με το καλάθι, έτοιμος να χαρίσει το κύπελλο στους καταλανούς. Είχαν προηγηθεί μία σειρά διαιτητικών λαθών εις βάρος του Παναθηναϊκού, προτού φθάσουμε στην επίμαχη φάση.
H... τάπα του αιώνα
Τίποτα δεν προδίκαζε τη συγκλονιστική εξέλιξη που θα είχε ο αγώνας. Το τριφύλλι, 3 λεπτά και 11 δευτερόλεπτα πριν από το φινάλε, ήταν μπροστά με 11 πόντους. Με αντεπίθεση διαρκείας και εκμεταλλευόμενη τα πράσινα λάθη, η Μπαρτσελόνα κατάφερε να μειώσει στον πόντο, προτού εμφανισθεί το Χέρι του Θεού.
Ο τίτλος που κατέκτησε ο Παναθηναϊκός ήταν ο πρώτος για ελληνική ομάδα, μετά από έξι αποτυχημένες προσπάθειες στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση μπάσκετ της Ευρώπης. Στηρίχθηκε στο πάθος και την οικονομική συνεισφορά του Παύλου Γιαννακόπουλου, το καθαρό μυαλό του κόουτς Μπόζινταρ Μάλκοβιτς, την προσωπικότητα του Ντομινίκ Γουίλκινς, το θράσος του νεαρού Αλβέρτη, την εμπειρία του Παναγιώτη Γιαννάκη και στον από μηχανής θεό Στόγιαν Βράνκοβιτς.
Στον τελικό αγωνίστηκαν οι: Αλβέρτης 17, Βουρτζούμης 2, Οικονόμου 10, Κόρφας 4, Γιαννάκης 9, Σταυρακόπουλος 9, Βράνκοβιτς (9 ρ.- 4 κ.), Ουίλκινς 16 (10 ρ.), Μυριούνης και Πετσάρσκι. Ο μέγας Ντομινίκ Ουίλκινς ανακηρύχθηκε πολυτιμότερος παίκτης του φάιναλ φορ, έχοντας πετύχει συνολικά 51 πόντους.
Το 1996 αποτέλεσε την αφετηρία της σύγχρονης δυναστείας του Παναθηναϊκού στο εγχώριο και διεθνές μπάσκετ, που συνεχίζεται ως τις μέρες μας.

Σάββατο 6 Απριλίου 2019

Αθήνα 1896 - Οι Πρώτοι Σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες



Με μεγάλη επιτυχία, όπως αναγνωρίστηκε διεθνώς, διεξήχθησαν στη μικρή και φτωχή Ελλάδα εκείνης της εποχής οι Πρώτοι Σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες (25 Μαρτίου  3 Απριλίου με το παλαιό ημερολόγιο, 6 Απριλίου - 15 Απριλίου με το νέο), με επίκεντρο το καλλιμάρμαρο Παναθηναϊκό Στάδιο, που ανακαινίσθηκε εκ βάθρων, χάρις στην οικονομική συνεισφορά του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ. Η Αθήνα αριθμούσε τότε 111.486 κατοίκους (η μικρότερη πόλη που έχει διοργανώσει Ολυμπιακούς Αγώνες), με πρώτο πολίτη τον δήμαρχο Αθηναίων Λάμπρο Καλλιφρονά. Πρωθυπουργός της χώρας ήταν ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης.


Η ανάθεση των αγώνων στη χώρα μας στις 23 Ιουνίου 1894 χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από το φίλαθλο κοινό της εποχής, αλλά αντιμετωπίστηκε επιφυλακτικά από την πολιτική τάξη της χώρας, λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης της χώρας. Όμως, ο βασιλιάς Γεώργιος δεν συμμεριζόταν τους δισταγμούς των πολιτικών κι εκφράζοντας το ζωηρό ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, συγκρότησε την οργανωτική επιτροπή υπό τον διάδοχο Κωνσταντίνο, η οποία κατόρθωσε να συγκεντρώσει τα αναγκαία ποσά με εράνους και συνεισφορές πλουσίων Ελλήνων.

Έτσι, νωρίς το απόγευμα της 25ης Μαρτίου1896 (6 Απριλίου με το νέο ημερολόγιο), ανήμερα της επετείου της Εθνικής Παλιγγενεσίας, δόθηκε στο ανακαινισμένο και κατάμεστο Παναθηναϊκό Στάδιο η έναρξη των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων της σύγχρονης εποχής. Αμέσως μετά ακούστηκε για πρώτη φορά ο «Ολυμπιακός Ύμνος», σε ποίηση Κωστή Παλαμά και μουσική Σπύρου Σαμάρα.

Στους Α’ Ολυμπιακούς Αγώνες συμμετείχαν 241 αθλητές από 14 χώρες (Ελλάδα, ΗΠΑ, Γερμανία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Ουγγαρία, Αυστρία, Δανία, Ελβετία, Αυστραλία, Σουηδία, Βουλγαρία, Χιλή). Δεν επετράπη η συμμετοχή των γυναικών. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας, μία νεαρή Αθηναία, η Σταμάτα ή Μελπομένη Ρεβύθη, έτρεξε μόνη της την επομένη του θριάμβου του Σπύρου Λούη τον μαραθώνιο δρόμο, σε 5 ώρες και 30 λεπτά.

Η συντριπτική πλειονότητα των αθλητών ήταν από τη χώρας μας, η οποία κατέκτησε για πρώτη και τελευταία φορά την πρωτιά στον πίνακα των μεταλλίων. Κέρδισε 46 μετάλλια (10-17-19), έναντι 20 των ΗΠΑ (11-7-2) και 13 της Γερμανίας (6-5-2). Οι νικητές τότε έπαιρναν ένα ασημένιο μετάλλιο, ένα κλαδί ελιάς κι ένα αναμνηστικό δίπλωμα, ενώ οι δεύτεροι έπαιρναν ένα χάλκινο μετάλλιο, ένα κλαδί δάφνης και το δίπλωμα. Οι τρίτοι δεν έπαιρναν μετάλλιο. Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή αποφάσισε αργότερα να απονείμει χρυσά, ασημένια και χάλκινα μετάλλια στους τρεις πρώτους αθλητές κάθε αγωνίσματος.

Μορφές των αγώνων αναδείχθηκαν, ο Σπύρος Λούης, που κέρδισε τον Μαραθώνιο και ο αυστραλός λογιστής Έντουιν Φλακ, «Ο Λέων των Αθηνών» όπως τον ονόμασαν οι συμπατριώτες του, που κέρδισε τα χρυσά σε 800 και 1.500 μ., κάτι που ελάχιστοι αθλητές έχουν πετύχει μέχρι σήμερα.

Μία ημέρα αργότερα, ο Φλακ επιχείρησε να κερδίσει και τον Μαραθώνιο, αλλά τρία χιλιόμετρα πριν από τον τερματισμό κι ενώ προηγείτο, κατέρρευσε και αποχώρησε. Μάλιστα, την τελευταία στιγμή απέφυγε το λιντσάρισμα από τους θεατές, όταν γρονθοκόπησε έλληνα φί­λαθλο, παρεξηγώντας την προσπάθεια του τελευταίου να τον βοηθήσει, προκειμένου να μη σωριαστεί.

Η αυλαία των Α’ Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας έπεσε στις 3 Απριλίου (15 Απριλίου με το νέο ημερολόγιο) στο Παναθηναϊκό Στάδιο, με τη στέψη των νικητών και την απονομή των μεταλλίων και των διπλωμάτων από τον βασιλιά Γεώργιο Α’.

Η ιστορία της Ολυμπιακής Αεροπορίας



Η Ολυμπιακή Αεροπορία, ο εθνικός αερομεταφορέας της Ελλάδας για πάνω από μισό αιώνα (1957-2009), ακολούθησε μια διαδρομή με υψηλές πτήσεις και διεθνή καταξίωση στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της επί Ωνάση. Η σταδιακή της απαξίωση ιδιαίτερα από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, οπότε και κρατικοποιήθηκε, οδήγησε στην παρακμή και τελικά στο κλείσιμό της.

Η ιστορία της Ολυμπιακής Αεροπορίας άρχισε να γράφεται στις αρχές του 1956, όταν ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής κάλεσε τους μεγαλοεφοπλιστές Αριστοτέλη Ωνάση και Σταύρο Νιάρχο να επενδύσουν στους τομείς των ναυπηγείων και των αεροπορικών συγκοινωνιών. Ο Ωνάσης προτίμησε να επενδύσει στις αεροπορικές συγκοινωνίες εξαγοράζοντας την χρεωκοπημένη ΤΑΕ, που είχε περιέλθει υπό κρατικό έλεγχο.

Τις διαπραγματεύσεις με τον Ωνάση ανέλαβε ο τότε υπουργός Συγκοινωνιών Γεώργιος Ράλλης. Οι δύο πλευρές ήλθαν γρήγορα σε συμφωνία και στις 30 Ιουλίου υπογράφτηκε η σχετική σύμβαση για την αποκλειστική εκμετάλλευση των αεροπορικών συγκοινωνιών της χώρας. Ένα από τα προβλήματα που επιζητούσαν λύση ήταν η χρήση των πέντε των ολυμπιακών κύκλων στα φτερά των αεροπλάνων της νέας εταιρείας, που αποτελούσαν κατοχυρωμένο σήμα από την Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή. Ο Ωνάσης το παρέκαμψε με χαρακτηριστική ευκολία «Δεν υπάρχει θέμα», είπε, « Θα προσθέσουμε ένα έκτο κύκλο».

Η πρώτη πτήση της Ολυμπιακής Αεροπορίας έγινε το πρωί της 6ης Απριλίου 1957 από το αεροδρόμιο του Ελληνικού με προορισμό την Θεσσαλονίκη. Κυβερνήτης του DC-3 (Ντακότα) ήταν ο Παύλος Ιωαννίδης, στενός συνεργάτης του Ωνάση τα επόμενα χρόνια που έφθασε μέχρι τα ανώτατα κλιμάκια της εταιρείας. Από το σημείο εκείνο αρχίζει η ανοδική πορεία της Ολυμπιακής. Την ίδια χρονιά θα πραγματοποιήσει το πρώτο της διεθνές δρομολόγιο προς Ρώμη,Παρίσι και Λονδίνο.

Τις αεροσυνοδούς της εταιρείας ανέλαβε να ντύσει με τις δημιουργίες του ο διεθνούς φήμης ελληνογάλλος σχεδιαστής Γιάννης Ντεσσές, δημιουργώντας παράδοση που θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια με σχεδιαστές της κλάσης του Γιάννη Τσεκλένη, του Πιέρ Καρντέν και της Κοκό Σανέλ. Το όνειρο πλέον κάθε νεαρής και ευειδούς ελληνίδας είναι μια θέση αεροσυνοδού στην Ολυμπiακή Αεροπορία.

Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν η ανάπτυξή της είναι αλματώδης και τα λίγα δυστυχήματα που καταγράφονται στο παθητικό της δεν θα αμαυρώσουν την φήμη της. Η Ολυμπιακή εντάσσει στον στόλο της νέα αεροπλάνα και ανοίγει τα φτερά της και στις πέντε ηπείρους. Η εταιρεία αποκτά διεθνή φήμη, που αποτυπώνεται στην ταινία «Για τα μάτια σου μόνο», όταν ο Τζέιμς Μποντ καλεί την Μις Μινιπένι να κλείσει ένα εισιτήριο για Μαδρίτη με την Ολυμπιακή. Ο Ωνάσης είναι ιδιαίτερα υπερήφανος για το δημιούργημά του. «Παίρνω τα χρήματα από την γυναίκα μου, τη ναυτιλία για να τα δώσω στην ερωμένη μου, την Ολυμπιακή» έλεγε συχνά αστειευόμενος.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 ο έρωτάς του για την Ολυμπιακή άρχιζε να ξεθωριάζει. Ο τραγικός θάνατος του γιού του Αλέξανδρου και η δραματική αύξηση του κόστους λειτουργίας της εταιρείας εξαιτίας της πετρελαϊκής κρίσης ήταν δύο από τους λόγους που θα τον κάνουν να χάσει κάθε ενδιαφέρον για το δημιούργημά του. Στις αρχές του 1975 η εταιρεία θα περάσει στον έλεγχο του κράτους. Στην κυβέρνηση βρισκόταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, όπως και κατά ίδρυση της εταιρείας το 1957.

Η κρατικοποιημένη πλέον Ολυμπιακή θα αρχίσει σταδιακά να απαξιώνεται. Οι αθρόες προσλήψεις, οι κομματικές διοικήσεις, οι συχνές απεργιακές κινητοποιήσεις των καλοβολεμένων υπαλλήλων της (τα «ρετιρέ» του Ανδρέα Παπανδρέου) θα φέρουν την Ολυμπιακή στο χείλος της καταστροφής στα μέσα της δεκαετίας του ‘90. Τα προγράμματα διάσωσης και οι προσπάθειες ιδιωτικοποίησής της δεν θα φέρουν αποτέλεσμα και η Ολυμπιακή των «πέντε ηπείρων» θα συρρικνωθεί και θα πάψει να υφίσταται με την μορφή που την γνωρίζαμε, στις αρχές του 2009, επί κυβερνήσεως Κώστα Καραμανλή.
sansimera.gr

Πέμπτη 4 Απριλίου 2019

Η ιστορία του Θιβέτ



Το Θιβέτ εκτείνεται ανάμεσα σε δύο χώρες με μεγάλο πολιτισμό, την Ινδία και την Κίνα. Το όνομά του προέρχεται από σανσκριτική λέξη και σημαίνει «ουρανός». Βρίσκεται σε υψόμετρο 5.000 μέτρων και συχνά αποκαλείται «η πύλη του κόσμου». Σύμφωνα με τον μύθο, οι Θιβετιανοί -στην πλειοψηφία τους Βουδιστές- κατάγονται από την ένωση ενός πιθήκου, που αποτελεί ενσάρκωση του Βούδα, και μιας δράκαινας.

Το Θιβέτ ήταν ένα ισχυρό βασίλειο και μια πλούσια αγροτική κοινωνία από τον 7o έως τον 10o αιώνα. Την εξουσία ασκούσε ο Δαλάι Λάμα, ο οποίος θεωρείται απόγονος του Βούδα και πνευματικός ηγέτης των Βουδιστών. Τον 13o αιώνα η χώρα κατακτήθηκε από τον Τζέκινς Χαν και τους Μογγόλους, οι οποίοι διατήρησαν με διαλύματα την κυριαρχία τους έως τον 18o αιώνα, όταν έκαναν την εμφάνισή τους οι Κινέζοι. Η περιοχή παρέμεινε υπό τον έλεγχο της Κίνας έως το 1904, οπότε οι Άγγλοι κατέστησαν το Θιβέτ βρετανικό προτεκτοράτο.

Το 1907 οι Βρετανοί αναγνώρισαν την κινέζικη κυριαρχία στο Θιβέτ. Όμως, λόγω της εσωτερικής αναταραχής στην Κίνα, το 1911 ο Δαλάι Λάμα βρήκε την ευκαιρία και εγκατέστησε την εξουσία του.

Μετά την επικράτηση των κομουνιστών στην Κίνα, το 1949, το ενδιαφέρον του «Κόκκινου Δράκου» αναθερμάνθηκε για το Θιβέτ. Ένα χρόνο αργότερα, ο Λαϊκός Στρατός εισήλθε στην πρωτεύουσα Λάσα, χωρίς την παραμικρή αντίσταση. Εγκαταστάθηκε τότε μία μικτή κινεζοθιβετιανή εξουσία έως το 1956, οπότε οι ανατολικές επαρχίες επαναστάτησαν, με την υποστήριξη της αμερικανικής CIA. Οι επαναστάτες συνετρίβησαν το 1959 και η περιοχή ενσωματώθηκε στην Κίνα ως αυτόνομη περιοχή. Έκτοτε, γύρω στο 1 εκατομμύριο Θιβετιανοί έχουν βρει το θάνατο από τις κακές συνθήκες διαβίωσης, αλλά και τις μάχες με τους Κινέζους.

Στο μεταξύ, ο 14ος Δαλάι Λάμα, που εγκατέλειψε τη χώρα, ζει εξόριστος στο εξωτερικό, προσπαθώντας να συνεγείρει τη διεθνή κοινή γνώμη με σκοπό την ανεξαρτησία του Θιβέτ. Στους υποστηρικτές του περιλαμβάνονται γνωστοί αστέρες που έχουν ασπαστεί τον Βουδισμό, με προεξάρχοντα τον Ρίτσαρντ Γκιρ.
sansimera.gr

Τετάρτη 3 Απριλίου 2019

Η ιστορία της κινητής τηλεφωνίας

Ο Μάρτιν Κούπερ με το πρώτο κινητό της Motorola



Η περιπέτεια της κινητής τηλεφωνίας ξεκίνησε αμέσως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, με τις πρώτες προσπάθειες των Σουηδών, Φιλανδών και Αμερικανών. Όμως, ως ληξιαρχική πράξη γέννησής της θεωρείται η 3η Απριλίου 1973.
Ήταν ένα μουντό ανοιξιάτικο πρωινό στη Νέα Υόρκη. Ο δόκτωρ Μάρτιν Κούπερ της Motorola, περπατώντας σ' ένα δρόμο της αμερικάνικης μεγαλούπολης ήξερε ότι έγραφε ιστορία. Στα δυο του χέρια κρατούσε μια συσκευή που έμοιαζε με φορητό ασύρματο. Είχε ύψος 25 εκατοστά και βάρος 900 γραμμάρια. Ήταν το πρώτο σύγχρονο κινητό τηλέφωνο με τον κωδικό MotorolaDynaTAC. Σχημάτισε τον αριθμό του βασικού ανταγωνιστή του, Τζόελ Ενγκελ, που δούλευε για λογαριασμό της Bell Labs.
«Γεια σου Τζο, σου μιλάω από ένα αληθινό κινητό τηλέφωνο» του είπε. «Παρότι δεν είχαμε τις καλύτερες των σχέσεων, μου συμπεριφέρθηκε πολύ ευγενικά», δήλωσε χρόνια αργότερα ο Κούπερ σε μια συνέντευξή του. Η Bell πήρε τη ρεβάνς το 1978, κατασκευάζοντας το πρώτο δοκιμαστικό δίκτυο κινητής τηλεφωνίας, που ήταν αναγκαίο για την εξέλιξη και την εμπορική εκμετάλλευση του κινητού.
Το πρώτο αυτοματοποιημένο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας λειτούργησε στις αρχές της δεκαετίας του '80 στη Σκανδιναβία. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '80 τα κινητά τηλέφωνα ήταν ογκώδη για να μεταφέρονται στην τσέπη κι έτσι ήταν εγκατεστημένα κυρίως σε αυτοκίνητα. Το πρώτο κινητό που έλαβε άδεια έγκρισης ήταν το μοντέλο της Μοτορόλα DynaTAC8000X. Υπήρξε η ναυαρχίδα των λεγόμενων κινητών πρώτης γενιάς (1G).
Στην αρχή της δεκαετίας του '90 άρχισε η απογείωση των κινητών τηλεφώνων, με την ψηφιοποίηση δικτύων (GSM) και συσκευών. Τα κινητά έγιναν μικρότερα (100-200 γραμμάρια), χωρούσαν στην παλάμη και έμπαιναν έστω και με δυσκολία στην τσέπη του χρήστη τους. Περάσαμε έτσι στα κινητά της δεύτερης γενιάς (2G), που παρείχαν και άλλες ευκολίες, όπως την αποστολή σύντομων γραπτών μηνυμάτων (SMS) και τη λήψη φωτογραφιών.
Στις αρχές του 21ου αιώνα ήλθαν τα κινητά τρίτης γενιάς (3G), με τις απεριόριστες δυνατότητες των πολυμέσων. Σήμερα, η διείσδυση του κινητού τηλεφώνου στον πλανήτη αυξάνεται με αλματώδεις ρυθμούς, ιδίως στις φτωχές χώρες του πλανήτη, όπως η Αφρική. Οι ενεργές συσκευές ξεπερνούν τα 6 δισεκατομμύρια, με την τάση να είναι ανοδική. Η νοτιοκορεατική εταιρεία Samsung, με μερίδιο αγοράς 23% (Δεκέμβριος 2012), κατέχει την πρώτη θέση στις πωλήσεις κινητών τηλεφώνων παγκοσμίως.
Στην Ελλάδα η κινητή τηλεφωνία έκανε την εμφάνισή της το 1992, με την προκήρυξη διαγωνισμού από την κυβέρνηση Μητσοτάκη για τη χορήγηση δύο αδειών. Ο αποκλεισμός του ΟΤΕ από τη διαδικασία αδειοδότησης προκάλεσε θύελλα διαμαρτυριών κατά της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση αντέτεινε την αφερεγγυότητα του οργανισμού (καθυστερήσεις στις συνδέσεις σταθερών τηλεφώνων που έφθανε και τα 15 χρόνια, Υπόθεση Τόμπρα κ.ά.), αλλά και τα οικονομικά οφέλη, που θα είχε από τη χορήγηση των αδειών σε ιδιωτικές εταιρείες. Τελικά, οι δύο άδειες κατακυρώθηκαν στην Panafon (νυν Vodafone), πολυμετοχική εταιρεία με επικεφαλής την αγγλική Vodafone, και στην ιταλική Telestet (μετέπειτα TIM και νυν WIND).
H Telestet ξεκίνησε την εμπορική της εκμετάλλευση στις 29 Ιουνίου 1993 και η Panafon την 1η Ιουλίου του ίδιου χρόνου. Η Cosmote, συμφερόντων ΟΤΕ, ήταν o τρίτος παίκτης της αγοράς (Ιανουάριος 1998) και η Q, εταιρεία του ομίλου Φέσσα, ο τέταρτος (19 Ιουνίου 2002). H Q στη συνέχεια εξαγοράσθηκε από την TIM (Ιανουάριος 2006) κι έτσι σήμερα δραστηριοποιούνται τρεις εταιρείες, WIND, Vodafone και Cosmote, που είναι η ηγέτιδα στο χώρο της κινητής τηλεφωνίας.
Τους πρώτους μήνες του 1993 τα κινητά τηλέφωνα λειτουργούσαν μόνο στην Αττική και τα νησιά του Σαρωνικού. Το κόστος ήταν απαγορευτικό για τους πολλούς. Οι συσκευές στοίχιζαν από 700 έως 1400€, το τέλος ενεργοποίησης 85€, το μηνιαίο πάγιο 40€ και το λεπτό ομιλίας 0,25€. Έτσι, μόνο 1000 ήταν οι συνδρομητές τις πρώτες μέρες του Ιουλίου.
Οι εκτιμήσεις των «ειδικών» έκαναν λόγο για 200.000 συνδρομητές μέσα σε μια δεκαετία. Απέτυχαν παταγωδώς στις προβλέψεις τους. 13 χρόνια μετά, λειτουργούσαν στη χώρα μας 13.551.000 συσκευές (Δεκέμβριος 2006), που καλύπτουν το 120,5% του ελληνικού πληθυσμού, γεγονός που κατατάσσει την Ελλάδα στις πρώτες θέσεις παγκοσμίως σε αναλογία πληθυσμού και κινητών τηλεφώνων.
Από το 2009 η πορεία του κλάδου της κινητής τηλεφωνίας στη χώρα μας ακολουθεί φθίνουσα πορεία, εξαιτίας όχι μόνο της οικονομικής κρίσης και της υπερφορολόγησης των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας, αλλά και της ταυτοποίησης των συνδρομητών. Τη διετία 2009-2011 οι συνδρομητές κινητής τηλεφωνίας μειώθηκαν κατά 5,3 εκατομμυρια (-26,1%).

Κυριακή 31 Μαρτίου 2019

Η ιστορία της Θερινής Ώρας



Η θερινή ώρα (Day Time Saving ή Summer Time στα αγγλικά) είναι ένα μέτρο που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά τον 20ο αιώνα για την καλύτερη αξιοποίηση του ηλιακού φωτός κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και τη συνακόλουθη εξοικονόμηση ενέργειας. Μετά την πετρελαϊκή κρίση των αρχών της δεκαετίας του ‘70 απόκτησε παγκόσμιο χαρακτήρα και εφαρμόστηκε και στη χώρα μας. Το μέτρο συνίσταται στην τοποθέτηση των ρολογιών κατά μία ώρα μπροστά συνήθως κατά το διάστημα ανάμεσα στην τελευταία Κυριακή του Μαρτίου και την τελευταία Κυριακή του Οκτωβρίου.

Η πρακτική αυτή προτάθηκε για πρώτη φορά από τον πολυπράγμονα Βενιαμίν Φραγκλίνο (1705-1790), έναν από τους Ιδρυτές - Πατέρες των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Το 1784, όταν υπηρετούσε ως πρεσβευτής στο Παρίσι, έβλεπε τους Παριζιάνους να ξυπνούν νωρίς για να κάνουν οικονομία στα κεριά και να αξιοποιούν καλύτερα το φως της ημέρας. Η ιδέα τού άρεσε και την πρότεινε στους συμπατριώτες του σε μία επιστολή του. Ήταν άλλωστε συμβατή με το δόγμα του «Το να κοιμάσαι νωρίς και να ξυπνά νωρίς, σε κάνει υγιή, πλούσιο και σοφό».

Η καθιέρωση της θερινής ώρας οφείλεται εν πολλοίς στις προσπάθειες του Νεοζηλανδού εντομολόγου Τζορτζ Βέρνον Χάντσον (1867-1946) και του άγγλου οικοδομικού επιχειρηματία Γουίλιαμ Γουίλετ (1856-1915). Το 1908 η πρόταση του Γουίλετ απορρίφθηκε από τη Βουλή των Κοινοτήτων, αλλά το 1916, μεσούντος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, υιοθετήθηκε από τις εμπόλεμες Γερμανία και Αυστροουγγαρία για να εξοικονομήσουν καύσιμα.

Στην Ελλάδα, η θερινή ώρα εφαρμόστηκε για πρώτη φορά δοκιμαστικά το 1932, στο διάστημα από 6 Ιουλίου έως 1η Σεπτεμβρίου, κατά το οποίο τα ρολόγια τέθηκαν μία ώρα μπροστά. Εγκαταλείφθηκε, όμως, στη συνέχεια, για να επανέλθει το 1952 (1 Ιουλίου - 2 Νοεμβρίου), αλλά να εγκαταλειφθεί εκ νέου, επειδή δεν πρόσφερε τα αναμενόμενα στην εξοικονόμηση ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με έκθεση της Ηλεκτρικής Εταιρείας Αθηνών - Πειραιώς (νυν ΔΕΗ). Η θερινή ώρα ήρθε για να μείνει στις 13 Απριλίου 1975, εν μέσω της Α' Πετρελαϊκής Κρίσης, και από τότε εφαρμόζεται συνεχώς μέχρι σήμερα.
sansimera.gr

Ο Πύργος του Άιφελ



Το κτίριο - σύμβολο των Παρισίων κι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κτίρια του κόσμου. Αποτελεί πόλο έλξης για εκατομμύρια τουρίστες που το επισκέπτονται κάθε χρόνο (7 εκατομμύρια το 2011) και πηγή σημαντικών εσόδων για την πρωτεύουσα της Γαλλίας. Πρόκειται για ένα μεταλλικό πύργο που βρίσκεται στο Πεδίο του Άρεως και κατασκευάστηκε το 1889 από τον γάλλο μηχανικό Γκιστάβ Άιφελ (1823 - 1923), από τον οποίο πήρε και το όνομά του: Πύργος του Άιφελ (La Tour Eiffel στα γαλλικά).

Οι αλματώδεις εξελίξεις της τεχνολογίας κατά τον 19ο αιώνα είχαν εξάψει τη φαντασία των μηχανικών. Η ιδέα για την κατασκευή ενός πύργου ύψους 300 μέτρων πρωτοεμφανίστηκε το 1833 στην Αγγλία, επανεξετάστηκε γύρω στα 1874 στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και στις δύο περιπτώσεις τα σχέδια ήταν εντελώς αόριστα και δεν προχώρησαν.

Ο γάλλος μηχανικός Γκιστάβ Άιφελ, που εκείνη την εποχή κατασκεύαζε σιδηροδρομικές γέφυρες με τόξα πάνω από βαθιά φαράγγια, είχε αφιερωθεί στη μελέτη των μεταλλικών πύργων μεγάλου ύψους για τη στήριξη των γεφυροζευγμάτων. Όταν ολοκλήρωσε τη μελέτη των βάθρων της γέφυρας του Γκαραμπί, δύο από τους πιο στενούς συνεργάτες του, οι μηχανικοί Εμίλ Νουγκιέ και Μορίς Κεσλέν, έριξαν την ιδέα της κατασκευής ενός πύργου ύψους 300 μέτρων.

Το πρώτο σχέδιο συντάχθηκε από τον Κεσλέν στις 6 Ιουνίου 1884 και παρ’ όλο που διέφερε αρκετά από τον μεταγενέστερο δημιούργημα του Άιφελ περιλάμβανε αρκετά από τα βασικά χαρακτηριστικά του. Το 1886 ο Άιφελ επανήλθε στην ιδέα για τον πύργο των 300 μέτρων. Παρουσίασε στον υπουργό Βιομηχανίας και Εμπορίου Εντουάρ Λοκρουά ένα σχέδιο, που εγκρίθηκε στις 12 Ιουνίου 1886.

Η σύμβαση για την κατασκευή του μνημείου υπογράφτηκε στις 8 Ιανουαρίου 1887 και οι εργασίες ξεκίνησαν χωρίς χρονοτριβή, για να προλάβει να είναι έτοιμο την άνοιξη του 1889, όταν θα άνοιγε τις πύλες της η Διεθνής Έκθεση και η Γαλλία θα γιόρταζε την εκατονταετηρίδα της Γαλλικής Επανάστασης. Στις 26 Ιανουαρίου άρχισαν οι εκσκαφές των θεμελίων που ολοκληρώθηκαν τον Ιούνιο του 1887 και αμέσως ξεκίνησε η κατασκευή του μεταλλικού σκελετού που τελείωσε τον Μάρτιο του 1889. Η εγκατάσταση του πύργου άρχισε την 1η Ιουλίου 1887. Ο πρώτος όροφος ολοκληρώθηκε την 1η Απριλίου 1888, ο δεύτερος στις 14 Αυγούστου 1888 και ο τρίτος στις 24 Φεβρουάριου 1889. Κατά τη διάρκεια μιας επίσημης τελετής την 31η Μαρτίου 1889 ο Άιφελ ύψωσε για πρώτη φορά τη γαλλική σημαία στην κορυφή του μνημείου.

Το επιβλητικό μνημείο θα ξάφνιαζε τους επισκέπτες της Διεθνούς Έκθεσης, καθώς ήταν το υψηλότερο κτίριο στο κόσμο και θα κρατούσε τον τίτλο αυτό έως τις 30 Απριλίου 1931, οπότε θα του το αφαιρέσει ο ουρανοξύστης της Κράισλερ στη Νέα Υόρκη (319 μέτρα). Εξακολουθεί, πάντως, να παραμένει το υψηλότερο κτίριο στο Παρίσι.

Ο Πύργος του Άιφελ έχει κατασκευαστεί από σίδηρο και ζυγίζει 7.175 τόννους. Η μελέτη κατασκευής του περιλάμβανε τη σύνταξη περισσότερων από 5.300 σχεδίων που δείχνουν τις λεπτομέρειες των 18.038 διαφορετικών εξαρτημάτων του. Για τη συναρμολόγησή του χρησιμοποιήθηκαν 1.050.846 καρφιά. Έχει σχήμα τετραγωνικής πυραμίδας με κοίλες έδρες και διαθέτει τρεις ορόφους: ο πρώτος βρίσκεται σε ύψος 57,63 μέτρων από την επιφάνεια του εδάφους, ο δεύτερος σε ύψος 115,73 μέτρων και ο τρίτος στα 276,13 μέτρα.

Ο τελευταίος αυτός όροφος φέρει τον τρούλο που αποτελεί το επιστέγασμά του, καθώς κι ένα φάρο εγκατεστημένο το 1889 σε ύψος 300,51 μέτρων. Το ύψος αυτό αυξήθηκε στα 320,755 μέτρα από την εποχή της εγκατάστασης ραδιοτηλεοπτικής κεραίας (1959) και σήμερα φθάνει τα 324 μέτρα. Οι υδραυλικοί ανελκυστήρες που υπάρχουν στον πύργο επιτρέπουν την άνοδο των επισκεπτών στους διαφόρους ορόφους.
sansimera.gr

Πότε η Κωνσταντινούπολη μετονομάστηκε σε Ιστανμπούλ- Τι σημαίνει το Ισλαμπόλ που λέει ο Ερντογάν

Πότε η Κωνσταντινούπολη μετονομάστηκε σε Ιστανμπούλ- Τι σημαίνει το Ισλαμπόλ που λέει ο Ερντογάν

Η πόλη, η καλύτερη η Πόλη για μας τους Ρωμιούς, ονομαζόταν από την ίδρυσή της το 658 π.Χ. έως και το 330 μ.Χ. Βυζάντιο.
Το 196 μ.χ. και για σύντομο χρονικό διάστημα, έλαβε επίσης την ονομασία Augusta Antonina από τον αυτοκράτορα Σεπτίμιο Σεβήρο, προς τιμή του γιου του Αντωνίου. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α΄, στα εγκαίνιά της το 330, την μετονόμασε Nova Roma  δηλαδή Νέα Ρώμη, όνομα που όμως δεν επικράτησε, καθώς η πόλη έγινε γρήγορα γνωστή ως Κωνσταντινούπολη, από το όνομα του ιδρυτή της.
Άλλες ονομασίες που της αποδόθηκαν είναι «Βασιλεύουσα», «Βασιλίς των πόλεων», «Μεγαλόπολις» και «Επτάλοφος», ενώ αναφορά γίνεται και στο όνομα «Ανθούσα».
Η ονομασία «Πόλις» ή «Πόλη" αναφέρεται ίσως για πρώτη φορά στις αρχές του 5ου αιώνα και θα πρέπει να ήταν συνηθισμένη το αργότερο τον 10ο αιώνα, όταν ο Άραβας γεωγράφος Αλ Μασουντί την αναφέρει ως "Μπουλίν". Ευρίσκεται επίσης στον Μιχαήλ Ακομινάτο. Ο «Πολίτης» με την έννοια του κάτοικου της Κωνσταντινούπολης εμφανίζεται από τον 7ο αιώνα, που δείχνει ότι το όνομα «Πόλις» ήταν συνηθισμένο. Η Πόλη και επίσημα είχε το όνομα Κωνσταντινούπολη, στα τουρκικά Konstantiniyye, μέχρι το 1923.
Η διεθνής ονομασία της πόλης σήμερα είναι Ιστάνμπουλ, όπως μετονομάστηκε επίσημα από την Τουρκική Δημοκρατία στις 28 Μαρτίου του 1930, σύμφωνα με την Wikipedia. Η ετυμολογία του όρου δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα. Περισσότερο αποδεκτή είναι η άποψη πως προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «εις την πόλη». Θεωρείται εξάλλου πιθανό πως με δεδομένα τη σπουδαιότητα και το μέγεθός της, οι κάτοικοί της την αποκαλούσαν απλά «Πόλη», όπως αποκαλείται συχνά μέχρι σήμερα από εμάς τους Έλληνες.
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο όρος Ισταμπούλ πηγάζει από τη λέξη Ισλαμπούλ δηλαδή πόλη του Ισλάμ, αν και αυτή η υπόθεση φαίνεται να προσκρούει στο γεγονός της χρήσης του ονόματος πριν ακόμα γίνει πρωτεύουσα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το ελαφρά παραλλαγμένο όνομα Ισλαμπόλ (Islam-bol), που μεταφράζεται ως «εκεί που το Ισλάμ αφθονεί», φαίνεται πως δόθηκε στην πόλη από τον Μωάμεθ Β' και συναντάται σε έγγραφα του 15ου αιώνα, καθώς και σε φιρμάνι του 1760.
Η ονομασία Κωνσταντινούπολη βρισκόταν σε παράλληλη χρήση, κυρίως σε επίσημα οθωμανικά έγγραφα, λογοτεχνικά έργα, αλλά και νομισματικές κοπές. Ήταν σε χρήση περισσότερο σε κύκλους λογίων, ενώ στην καθημερινή επικοινωνία κυριαρχούσαν διάφορες παραλλαγές της ονομασίας Ιστανμπούλ


Πηγή: iefimerida.gr 

Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

Η ιστορία της Αλάσκας



Πολιτεία των ΗΠΑ στο βορειοδυτικό άκρο της Αμερικανικής Ηπείρου, με πρωτεύουσα την πόλη Τζούνο (30.987 κάτοικοι). Είναι η μεγαλύτερη σε έκταση (1.717.855 τ.χ.), η έκτη σε πλούτο (54.627 δολάρια κατά κεφαλήν εισόδημα) και η πιο αραιοκατοικημένη (0,42 κάτοικοι ανά τ.χ.). «Αλάσκα» στη γλώσσα των Εσκιμώων σημαίνει η «γη που δεν είναι νησί». Μεγαλύτερη και πιο γνωστή πόλη είναι το Άνκορεϊτζ (275.043 κάτοικοι), ενώ την Αλάσκα κατοικούν συνολικά 626.932 άνθρωποι.

Οι Ρώσοι ήταν αυτοί που έβαλαν πρώτοι πόδι στην Αλάσκα, στα μέσα του 18ου αιώνα, επωφελούμενοι της γειτνίασής της με τη Σιβηρία, από την οποία χωρίζεται με τον Βερίγγειο Πορθμό. Ασχολήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά με το εμπόριο της γούνας, παραμερίζοντας τους ιθαγενείς εσκιμώους Ινουίτ.

Ο οξύς ανταγωνισμός με τους Γάλλους και Άγγλους εμπόρους μείωσε βαθμιαία το ενδιαφέρον τους για την περιοχή. Μετά την ήττα των Ρώσων στον Κριμαϊκό Πόλεμο, το 1856, ο τσάρος έψαχνε τρόπους για να την ξεφορτωθεί. Προφανώς, ο φυσικός πλούτος της περιοχής ήταν άγνωστος στον Αλέξανδρο Β' και την κυβέρνησή του.

Η αμερικανική κυβέρνηση δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη, παρότι η χώρα επούλωνε τις πληγές της από τον αιματηρό Εμφύλιο Πόλεμο. Πρόλαβε Ισπανούς και Καναδούς και μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις με τους Ρώσους αγόρασε την Αλάσκα αντί 7,2 εκατομμυρίων δολαρίων, στις 30 Μαρτίου 1867.

Η είδηση της εξαγοράς προκάλεσε την αντίδραση του αμερικανικού τύπου, αλλά και μελών του Κογκρέσου. Οι εφημερίδες επιτέθηκαν με δριμύτητα στον υπουργό Εξωτερικών, Ουίλιαμ Σιούαρντ, που πρωτοστάτησε στη συμφωνία. Θεώρησαν παρανοϊκό να ξοδευτούν τόσα πολλά χρήματα για ένα έρημο και απόμακρο μέρος, μονίμως χιονισμένο. Η συμφωνία αγοράς επικυρώθηκε τελικά από το Κογκρέσο στις 9 Απριλίου 1867 και στις 18 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου η Αυτοκρατορική Ρωσία μεταβίβασε την κυριαρχία της Αλάσκας στις ΗΠΑ.

Ο χρόνος δικαίωσε πλήρως τον Σιούαρντ. Η Αλάσκα αποδείχθηκε ευλογημένη γη, με απίστευτο φυσικό πλούτο: χρυσό, πετρέλαιο, φυσικό αέριο, ξυλεία και αλιεία.
sansimera.gr

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

Ολυμπιακός Μαραθώνιος 1896

Μαραθώνιος 1896, στη μέση ο Βασιλάκος



Την πέμπτη ημέρα των Α' Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας δέσποζε το αγώνισμα του Μαραθωνίου, ένα αγώνισμα που είχε εισηγηθεί ο γάλλος φιλόλογος Μισέλ Μπρεάλ, σε ανάμνηση της διαδρομής του Φειδιππίδη μετά τη Μάχη του Μαραθώνα. Την Παρασκευή 29 Μαρτίου 1896 (10 Απριλίου με το νέο ημερολόγιο), 17 αθλητές από πέντε χώρες παρατάχθηκαν στην αφετηρία στη γέφυρα του Μαραθώνα, για να διανύσουν τα 40 χιλιόμετρα της διαδρομής μέχρι τον τερματισμό στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όπου 100.000 κόσμου είχε συγκεντρωθεί για να αποθεώσει τους νικητές, πιστεύοντας ακράδαντα ότι κάποιος Έλληνας θα κόψει πρώτος το νήμα.
Άλλωστε, μόνο οι έλληνες αθλητές είχαν τρέξει μαραθώνιο και ο ούγγρος Κέλνερ μια φορά στη Βουδαπέστη. Οι υπόλοιποι τρεις ξένοι είχαν έλθει στην Αθήνα για την περιπέτεια και τη χαρά της συμμετοχής. Ο ιταλός Κάρλο Αϊρόλντι αποκλείστηκε από τον αγώνα, επειδή θεωρήθηκε επαγγελματίας. Όλοι στο Παναθηναϊκό Στάδιο στοιχημάτιζαν ότι νικητής θα ήταν ο έμπειρος Χαρίλαος Βασιλάκος ή ο Ιωάννης Λαυρέντης που είχε το ρεκόρ διαδρομής με 3 ώρες 11 λεπτά και 27 δευτερόλεπτα. H απόσταση του Μαραθωνίου εκείνη την εποχή ήταν 40 χιλιόμετρα και όχι 42 χιλιόμετρα και 195 μέτρα, όπως είναι σήμερα και καθορίσθηκε από τη ΔΟΕ το 1908.
Την εκκίνηση έδωσε ακριβώς στις 2 το μεσημέρι με πιστολιά αφέτης, o ταγματάρχης Παπαδιαμαντόπουλος. Τους αθλητές ακολουθούσαν γιατροί, νοσοκόμες και κριτές πάνω σε ποδήλατα και ιππήλατες άμαξες. Ο γάλλος Αλμπέν Λερμιζιό ανέλαβε να οδηγήσει. Έχοντας άγνοια της χωμάτινης διαδρομής, έδωσε γρήγορο τέμπο στην κούρσα και μέχρι το Πικέρμι είχε ξεφύγει από τους υπόλοιπους κατά 2 χιλιόμετρα. Τον ακολουθούσαν ο αυστραλός Φλακ, ο αμερικανός Μπλέικ και ο ούγγρος Κέλνερ. Οι έλληνες αθλητές, γνωρίζοντας τις δύσκολες συνθήκες της διαδρομής, έτρεχαν έξυπνα και υπολογισμένα, μένοντας πίσω. Στο Πικέρμι, πρώτος από τον όμιλο των ελλήνων αθλητών έφθασε ο Λούης. Σταμάτησε για λίγο, ήπιε ένα ποτήρι κρασί και δήλωσε στους χωρικούς που τον επευφημούσαν ότι ένοιωθε σίγουρος για τη νίκη του.
Μετά το Πικέρμι αρχίζουν οι μεγάλες ανηφόρες, που δυσκολεύουν ακόμη και σήμερα τους μαραθωνοδρόμους. Ο προπορευόμενος Λερμιζιό επιβράδυνε το βήμα του από την κούραση, το ίδιο και ο Κέλνερ, ενώ ο Μπλέικ εγκατέλειψε. Πάντως, ο γάλλος εξακολουθούσε να προηγείται και πέρασε πρώτος από το Χαρβάτι (σημερινή Παλλήνη), όπου οι χωρικοί του πρόσφεραν λουλούδια. Όμως, στο 32ο χιλιόμετρο οι δυνάμεις του τον πρόδωσαν και αναγκάσθηκε και αυτός να εγκαταλείψει. Επικεφαλής τέθηκε τότε ο αυστραλός Φλακ, ένας αθλητής ημιαντοχής. Ο Βασιλάκος, που ήταν το μεγάλο φαβορί, ο Σπύρος Λούηςκαι ο Σπύρος Μπελόκας ακολουθούσαν με άνεση τον αυστραλό.
Στο 34ο χιλιόμετρο ο Φλακ είπε σ' έναν ποδηλάτη να τρέξει γρήγορα στο Στάδιο και να αναγγείλει τη νίκη του. Οι 100.000 με το άκουσμα της είδησης πάγωσαν. Νωρίτερα, είχαν δει τον Αμερικανό Γκάρετ να κερδίζει στη δισκοβολία, ένα αγώνισμα καθαρά ελληνικό. Στο 37ο χιλιόμετρο ο Λούης, με αλλαγή ρυθμού, προσπέρασε τον Φλακ, ο οποίος κατέβαλε την ύστατη προσπάθεια να παραμείνει στην πρωτοπορία, αλλά κατέρρευσε και εγκατέλειψε.
Ο 23χρονος Σπύρος Λούης, νερουλάς στο επάγγελμα, είχε μπει την τελευταία στιγμή στον Ολυμπιακό Μαραθώνιο, ως πέμπτος στον δεύτερο αγώνα πρόκρισης για τη συγκρότηση της ελληνικής ομάδας με την προτροπή του Παπαδιαμαντόπουλου, ο οποίος ήταν διοικητής του Λούη, όταν υπηρετούσε τη θητεία του στο στρατό και γνώριζε καλά ότι διέθετε μεγάλη αντοχή στο τρέξιμο. Ο νεαρός Μαρουσιώτης δεν εφάρμοσε κάποια συγκεκριμένη τακτική στον αγώνα. Απλώς έτρεχε. Όμως, φρόντιζε να τρέχει με σταθερό ρυθμό κι αυτό ήταν τελικά που μέτρησε στην κούρσα.
Με το που είδε τον Λούη στην κεφαλή της κούρσας τρία χιλιόμετρα πριν από τον τερματισμό, ο Παπαδιαμαντόπουλος μετέβη έφιππος στο στάδιο κι ενημέρωσε αμέσως τον Γεώργιο Α' και τη βασιλική οικογένεια ότι ένας Έλληνας προηγείται. Η είδηση μεταδόθηκε από στόμα σε στόμα και μια κραυγή συγκλόνισε το Στάδιο, «Έλλην, Έλλην».
Ο Σπύρος Λούης μπήκε, πράγματι, πρώτος στο Παναθηναϊκό Στάδιο, μέσα σε γενικό παραλήρημα των φιλάθλων. Ο χρόνος του, 2 ώρες 58 λεπτά και 50 δευτερόλεπτα, ήταν ο καλύτερος που είχε σημειωθεί στην απόσταση. Δεύτερος τερμάτισε ο Χαρίλαος Βασιλάκος σε 3 ώρες 6 λεπτά και 3 δευτερόλεπτα, καθώς έχασε πολύτιμο χρόνο συνδιαλεγόμενος με τους χιλιάδες θεατές που τον αποθέωναν κατά μήκος της διαδρομής. Τρίτος κατετάγη ο Σπυρίδων Μπελόκας, ο οποίος όμως ακυρώθηκε, ύστερα από καταγγελία ότι είχε διανύσει μέρος του Μαραθωνίου πάνω σε κάρο! Έτσι, την τρίτη θέση πήρε ο ούγγρος Γκιούλα Κέλνερ σε 3 ώρες 9 λεπτά και 35 δευτερόλεπτα, που πάντως δεν βραβεύτηκε, καθώς μετάλλια έπαιρναν μόνον οι δύο πρώτοι.
Στον αγώνα ζήτησε να πάρει μέρος και μια γυναίκα, η Σταμάτα Ρεβύθη. Οι κριτές δεν την άφησαν, καθώς δεν προβλεπόταν συμμετοχή γυναικών στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας, η τριαντάχρονη γυναίκα έτρεξε μόνη της την επομένη μέρα (30 Μαρτίου) και διάνυσε τη διαδρομή σε 5ώρες και 30 λεπτά.
Την Τετάρτη 3 Απριλίου 1896, ημέρα λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων, έγινε η τελετή απονομής των μεταλλίων στους νικητές όλων των αγωνισμάτων. Ο Σπύρος Λούης, εν μέσω γενικής αποθέωσης στο κατάμεστο Παναθηναϊκό Στάδιο, έλαβε κλάδο ελαίας και το ασημένιο μετάλλιο (χρυσό δεν προβλεπόταν τότε) και ο δεύτερος Χαρίλαος Βασιλάκος, ένα δάφνινο στεφάνι και το ασημένιο μετάλλιο.
Ο Σπυρίδων Λούης ήταν πλέον λαϊκός ήρωας. Όλοι ήθελαν να του προσφέρουν ένα δώρο και να κλέψουν λίγη από τη δόξα του. Από τις εφημερίδες εποχής διαβάζουμε: «Ο κύριος Κυπαρίσσης πρόεδρος της συντεχνίας αργυροχρυσοχόων, του πρόσφερε μία χρυσή αλυσίδα, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κύριος Τζιβανόπουλος ένα δαχτυλίδι, ο καφεπώλης Δημήτριος Μπαβέας δωρεάν καφέδες για ένα χρόνο, ο Παύλος Αθανασίου 100 οκάδες κρασί, η ξενοδόχος Δήμητρα Βιβή δωρεάν φαγητό εφόρου ζωής, οι Σιδηρόδρομοι Αττικής δωρεάν εισιτήριο εφόρου ζωής, ο Μιχαήλ Βόδας μια κυνηγετική καραμπίνα και η εταιρεία Σίνγκερ μία ραπτομηχανή».

Αποτελέσματα

Α/ΑΑθλητήςΧρόνος
1Σπυρίδων Λούης2:58:50
2Χαρίλαος Βασιλάκος3:06:03
3Γκιούλα Κέλνερ3:06:35
4Ιωάννης ΒρεττόςΆγνωστος
5Ελευθέριος ΠαπασυμεώνΆγνωστος
6Δημήτριος ΔεληγιάννηςΆγνωστος
7Ευάγγελος ΓερακέρηςΆγνωστος
8Σταμάτιος ΜασούρηςΆγνωστος
9Σωκράτης ΛαγουδάκηςΆγνωστος
-Έντουιν ΦλακΕγκατέλειψε στο 37ο χλμ
-Αλμπέν ΛερμιζιόΕγκατέλειψε στο 32ο χλμ
-Ιωάννης ΛαυρέντηςΕγκατέλειψε στο 24ο χλμ
-Γεώργιος ΓρηγορίουΕγκατέλειψε στο 24ο χλμ
-Ηλίας ΚαφετζήςΕγκατέλειψε στο 9ο χλμ
-Δημήτριος ΧριστόπουλοςΕγκατέλειψε
-Άρθουρ ΜπλέικΕγκατέλειψε
-Σπυρίδων ΜπελόκαςΑκυρώθηκε
sansimera.gr

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019

Η Παέγια και η ιστορία της


Η παέγια (paella) είναι ένα δημοφιλές πιάτο της ισπανικής κουζίνας, με ρύζι αρωματισμένο με σαφράν και μαγειρεμένο με κρέας, θαλασσινά και λαχανικά. Η ονομασία του προέρχεται από το ειδικό σκεύος στο οποίο μαγειρεύεται, την παεγιέρα (paellera), ένα πλατύ στρογγυλό τηγάνι με δύο χερούλια. Παραδοσιακά η παέγια μεγειρεύεται στο ύπαιθρο σε φωτιά από ξύλα και τρώγεται από το τηγάνι.

Το έδεσμα έλκει την καταγωγή του από την περιοχή της Βαλένθια, στην ανατολική ακτή της Ισπανίας. Το ρύζι, που αποτελεί την βάση της παέγια, άρχισαν να καλλιεργούν στην περιοχή περί τον 10ο αιώνα, οι Μαυριτανοί, οι μουσουλμάνοι της Βόρειας Αφρικής που είχαν υπό την κατοχή τους το μεγαλύτερο μέρος της Ιβηρικής Χερσονήσου.

Οι αγρεργάτες της Βαλένθια ήταν οι πρώτοι διδάξαντες της παέγια. Στο μεσημεριανό διάλειμμα,άναβαν φωτιά στο ύπαιθρο και σ' ένα αυτοσχέδιο τηγάνι μαγείρευαν ρύζι με λαχανικά και σαλιγκάρια. Το έδεσμα αυτό έλαβε και την ευλογία της Καθολικής Εκκλησίας, καθώς ήταν ταιριαστό με την νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Αργότερα οι παράκτιοι κάτοικοι της Βαλένθια αντικατέστησαν το σαλιγκάρι με το χέλι και τα διάφορα λαχανικά με φασόλια γίγαντες. Τα πιο σοφιστικέ πιάτα με κοτόπουλο και θαλασσινά άρχισαν να εμφανίζονται στα τέλη του 18ου αιώνα, με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των Ισπανών.

Πολύς κόσμος εκτός Ισπανίας πιστεύει ότι η παέγια είναι το εθνικό πιάτο της χώρας, όμως οι ίδιοι οι Ισπανοί τό θεωρούν ως μια τοπική σπεσιαλιτέ της Βαλένθια.

Τρίτη 26 Μαρτίου 2019

Το σπανάκι και η ιστορία του



Το σπανάκι (Spinacea Olarecea η επιστημονική του ονομασία) δεν είναι μόνο ένα νόστιμο λαχανικό, που τρώγεται μαγειρεμένο (σπανακόρυζο) ή ωμό σε σαλάτες, αλλά και χρήσιμο στον ανθρώπινο οργανισμό λόγω της υψηλής περιεκτικότητός του σε σίδηρο και βιταμίνες Α και C.

Πιστεύεται ότι το σπανάκι έλκει την καταγωγή του από την αρχαία Περσία και τις γύρω περιοχές. Οι άραβες έμποροι τό έφεραν στην Ινδία και στην συνέχεια πέρασε στην Κίνα στα μέσα του έβδομου αιώνα. Στις μέρες μας η Κίνα είναι η μεγαλύτερη παραγωγός σπανακιού, με το 92% της παγκόσμιας παραγωγής.

Στην Ευρώπη, το σπανάκι εισήχθη πρώτα στην Σικελία από τους Σαρακηνούς (Αραβομουσουλμάνους) τον 9ο αιώνα και μέχρι τον 15ο αιώνα είχε κατακτήσει την Δυτική Ευρώπη. Η αντοχή του στα ψυχρά κλίματα και η συγκομιδή του στις αρχές της άνοιξης, όταν τα άλλα λαχανικά σπάνιζαν, τό κατέστησαν απαραίτητο έδεσμα στην διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Το σπανάκι κέρδισε πολύ σε κύρος, όταν η Αικατερίνη των Μεδίκων έγινε βασίλισσα της Γαλλίας το 1547. Με καταγωγή από την Φλωρεντία διέταξε τους σεφ της Αυλής να συνοδεύουν κάθε γεύμα της με σπανάκι.Ακόμα και σήμερα πολλά πιάτα που παρασκευάζονται με σπανάκι ονομάζονται «Φλωρεντινά».

Την δεκαετία του 1930, η εμφάνιση του Ποπάι, του ήρωα των κόμιξ , που τρώει σπανάκι για να αποκτήσει υπεράνθρωπες ιδιότητες, έδωσε νέα ώθηση στο λαχανικό με τα πλατειά πράσινα φύλλα. Τουλάχιστον στις ΗΠΑ η κατανάλωσή του αυξήθηκε ραγδαία, με αποτέλεσμα οι σπανακοπαραγωγοί να τού στήσουν άγαλμα στο Κρίστι Σίτι, μια πόλη του Τέξας που ζει κυρίως απ' το σπανάκι.
sansimera.gr

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019

Το Αναγκαστικό Δάνειο του 1922



Στις αρχές του 1922 οι οικονομικοί πόροι της Ελλάδας είχαν εξαντληθεί από το πόλεμο. Η χρηματοδότηση της Μικρασιατικής Εκστρατείας βρισκόταν σε κίνδυνο. Ήταν η περίοδος που οι Τούρκοι υπό τον Κεμάλ Ατατούρκ άρχισαν να έχουν το πάνω χέρι στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Η περιοδεία του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη (1867-1922) και του Υπουργού Εξωτερικών Γεωργίου Μπαλτατζή (1868-1922) στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για τη σύναψη δανείου δεν καρποφόρησε. Σε μία ύστατη προσπάθεια, στις 11 Φεβρουαρίου 1922 ο Γούναρης συμφώνησε με ομάδα άγγλων κεφαλαιούχων για δάνειο ύψους 15.000.000 δραχμών, που όμως δεν εκταμιεύτηκε ποτέ.

Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου, ο Γούναρης έσπευσε να ενημερώσει τους στενούς συνεργάτες του σχετικά με την αποτυχία του ταξιδιού του στην Ευρώπη. Τους τόνισε ότι η χώρα χρειαζόταν επειγόντως πόρους, που δεν μπορούσαν να προέλθουν από τη χρονοβόρο διαδικασία της αύξησης της φορολογίας ή των δασμών.

Μόλις ολοκληρώθηκε η ενημέρωση, έμεινε μόνος στο πρωθυπουργικό γραφείο με τον Υπουργό Οικονομικών και Επισιτισμού Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη (1860-1922). Σύμφωνα με τον βιογράφο του, Αλέξανδρο Οικονόμου, ο Πρωτοπαπαδάκης σηκώθηκε από τη θέση του και απευθυνόμενος στον Γούναρη του είπε: «Δημητράκη, τα ηύρα τα λεπτά». Ο Γούναρης έμεινεν εμβρόντητος και τον εκοίταζε με ολάνοιχτα μάτια, χωρίς να αρθρώνη λέξιν. Ο Πρωτοπαπαδάκης, αντί άλλης εξηγήσεως, έβγαλε από το πορτοφόλι του εν εκατοντάδραχμον χαρτονόμισμα, το έκοψε εις δύο και επέδειξε τα τεμάχια κρατών αυτά προ των εκστατικών οφθαλμών του φίλου του. Ο Γούναρης δεν εκαταλάβαινε τι συμβαίνει. – Ενόμισα πως τρελλάθηκε, έλεγε κατόπιν. Αφού, λοιπόν, ο Πρωτοπαπαδάκης απήλαυσε το θέαμα, το οποίο παρείχε ο φίλος του, αποφάσισε να του εξηγήση το σχέδιόν του. Πλήρης θαυμασμού ο Γούναρης δια την ευφυά και απλουστάτην επινόησιν προσεπάθησεν εν τούτοις να εύρη κάθε πιθανήν αντίρρησιν διά την ορθότητα της εφαρμογής της. Και ηύρε, ως έλεγε, πολλάς, αλλ’ ουδεμία ηδύνατο να σταθή προ των επιχειρημάτων του Πρωτοπαπαδάκη. Απεδέχθη λοιπόν πλήρως το σχέδιόν του. Αμφότεροι ετήρησαν απόλυτον εχεμύθεια…». Επρόκειτο για ένα είδος εσωτερικού αναγκαστικού δανεισμού, με το πρωτότυπο μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος, της δραχμής εν προκειμένω.

Ένα μήνα αργότερα, στις 21 Μαρτίου 1922, ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, μιλώντας από το βήμα της Βουλής για τον προϋπολογισμό του 1921-1922, αποκάλυψε το σχέδιό του για τη σύναψη αναγκαστικού εσωτερικού δανείου, επαναλαμβάνοντας την παράσταση που είχε δώσει ένα μήνα νωρίτερα ενώπιον του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη. Έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτονόμισμα και το επέδειξε στη Βουλή λέγοντας: «Ιδού κύριοι, έν εκατοντάδραχμον. Προς τα δεξιά είναι η εικών του Γεωργίου Σταύρου, προς τα αριστερά το Βασιλικόν Στέμμα. Ευθύς ως το νομοσχέδιον ψηφισθή θα διχοτομήσω το εκατοντάδραχμον (ο κύριος υπουργός βγάζει από το χαρτοφυλάκιόν του μίαν ψαλλίδα γραφείου και προ της εκθάμβου Βουλής κόπτει εις δύο το εις χείρας του χαρτονόμισμα). Και το τεμάχιον το φέρον την εικόνα του Γ. Σταύρου θα εξακολουθήση κυκλοφορούν ως νόμισμα 50 δραχμών, το δε έτερο ήμισυ-αφού το στέμμα-θα αποτελή ομολογίαν 50 δραχμών». Η έκπληκτη Βουλή δέχθηκε την αγόρευση Πρωτοπαπαδάκη με «διαμαρτυρίας, γέλωτας και ραγδαία χειροκροτήματα», όπως αναφέρονται στα Πρακτικά της σώματος.

Το μέτρο της διχοτόμησης του χαρτονομίσματος προκάλεσε ζωηρή συζήτηση, τόσο εντός, όσο και εκτός του κοινοβουλίου. Υποστηρίχθηκε ότι εκλόνιζε την εμπιστοσύνη στο νόμισμα, ενώ σύμφωνα με τον Ριζοσπάστη έπληττε τα λαϊκά στρώματα του πληθυσμού. Ο πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης παραδέχθηκε ότι το μέτρο παρουσίαζε πολλές αδυναμίες, αλλά ήταν το πιο ενδεδειγμένο για τις κρίσιμες στιγμές που περνούσε η χώρα, αφού εξωτερικό δάνειο δεν είχε εξασφαλισθεί και εσωτερικό δάνειο δεν μπορούσε να επιδιωχθεί με κλονισμένη την αξία του νομίσματος. Η φιλελεύθερη αντιπολίτευση ετάχθη κατά του νομοσχεδίου, αν και ο έμπειρος περί τα οικονομικά Εμμανουήλ Τσουδερός παραδέχθηκε τη «σοβαρότητα και το πολύπλοκο του θέματος».

Οι εφημερίδες, κυρίως της συμπολίτευσης, τήρησαν αμήχανη στάση και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να τις δωροδοκήσει για να υποστηρίξουν το αναγκαστικό δάνειο, όπως αναφέρει στο Ημερολόγιό του ο Ιωάννης Μεταξάς (Πέμπτη 24 Μαρτίου): «Αι εφημερίδες επληρώθησαν αδρότατα εκατό χιλιάδες εκάστη, αι βενιζελικαί, αφού εφάνησαν δεχόμεναι κατ’ αρχάς, ηρνήθησαν έπειτα. Το μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος χαρακτηρίστηκε «ηρωική δημοσιονομία» από τον διάσημο οικονομολόγο και κοινωνιολόγο Βιλφρέντο Παρέτο, ενώ επαινέθηκε από τον βρετανό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ.

Το νομοσχέδιο ψηφίσθηκε στις 25 Μαρτίου 1922 με ψήφους 151 έναντι 148 και η διχοτόμηση του νομίσματος έγινε νόμος του κράτους με αριθμό 2749. Από το αναγκαστικό δάνειο εξαιρέθηκαν οι ξένοι υπήκοοι και οι ξένες εταιρείες. Σύμφωνα με το νόμο, το μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος θα λειτουργούσε ως εξής: Οι κάτοχοι των χαρτονομισμάτων θα κρατούσαν το αριστερό κομμάτι (που ονομαζόταν στην καθομιλουμένη «Σταύρος», επειδή είχε χαραγμένο πάνω του το κεφάλι του Γεωργίου Σταύρου), το οποίο θα είχε την αξία των 50 δραχμών, και το δεξιό κομμάτι (που ονομαζόταν αντιστοίχως «στέμμα») θα επιστρεφόταν στην Εθνική Τράπεζα, η οποία θα έδινε μιαν απόδειξη (αργότερα θα τυπώνονταν κανονικοί τίτλοι που θα αντικαθιστούσαν την απόδειξη) για τη συμμετοχή τους στο αναγκαστικό δάνειο.

Το επιτόκιο των ομολογιών ήταν αρκετά υψηλό, στο 7% (έναντι 4% των καταθέσεων ταμιευτηρίου), και αργότερα κατέβηκε στο 6,5%, ώστε τα χρήματα που θα εξοικονομούνταν, να μοιραστούν μέσω κληρώσεως, εν είδει λαχείου. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τυχερά παιχνίδια κι έτσι η κλήρωση αυτή είχε θετική απήχηση στα λαϊκά στρώματα του πληθυσμού.

Το αναγκαστικό δάνειο του Πρωτοπαπαδάκη απέφερε στο Δημόσιο το σημαντικό ποσό των 1.550.000.000 δραχμών. Βοήθησε να αντιμετωπισθούν οι άμεσες ανάγκες έως το φθινόπωρο του 1922, αλλά δεν έλυσε το οικονομικό πρόβλημα της χώρας. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων, ο εξωτερικός δανεισμός της χώρας έγινε επιτακτικός.
sansimera.gr

Το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη και η ιστορία του





Το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη είναι ένα ταφικό μνημείο για τους αφανείς πεσόντες των πολεμικών αγώνων του έθνους. Βρίσκεται κάτω από την κεντρική είσοδο του κτιρίου της Βουλής των Ελλήνων (Παλαιά Ανάκτορα) και φυλάσσεται τιμητικά επί εικοσιτετραώρου βάσεως από τους άνδρες της Προεδρικής Φρουράς.
Η ιδέα ενός μνημείου για τους νεκρούς των πολέμων, που δεν ήταν δυνατόν να αναγνωρισθούν, ανάγεται στην αρχαία Ελλάδα. Σχετικές αναφορές υπάρχουν σε κείμενα του Θουκυδίδη, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη και του Χαρίτωνα.
Στα νεώτερα χρόνια μνημείο για τους άταφους πεσόντες της Επανάστασης του ‘21 αποφάσισε να ιδρύσει πρώτη φορά στην Ελλάδα ο δήμος Ερμούπολης Σύρου στις 16 Ιανουαρίου 1858. Η εκτέλεση του έργου έγινε το 1880 σε σχέδια του γλύπτη Γεωργίου Βιτάλη. Το Μνημείο του Άταφου Αγωνιστή βρίσκεται στον περίβολο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου.
Η σκέψη για την ίδρυση μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη οφείλεται στους Γάλλους και πραγματοποιήθηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που άφησε πίσω του εκατομμύρια νεκρούς. Στα χρόνια που ακολούθησαν, το παράδειγμα της Γαλλίας μιμήθηκαν κι άλλες χώρες.
Ακολουθώντας το παράδειγμα των υπόλοιπων Ευρωπαίων, η Ελλάδα αποφάσισε στις αρχές του 1926 την ανέγερση εθνικού μνημείου του «Αγνώστου Στρατιώτου» στην Αθήνα και συγκεκριμένα «εις την έμπροσθεν των Παλαιών Ανακτόρων Πλατείαν, καταλλήλως προς τούτο διαρρυθμιζομένην». Η πρωτοβουλία ανήκε στον υπουργό Στρατιωτικών Θεόδωρο Πάγκαλο και η προκήρυξη του διαγωνισμού δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της 28ης Φεβρουαρίου 1926 κι έφερε την υπογραφή του υφυπουργού Στρατιωτικών. Κωνσταντίνου Νίδερ. Τον διαγωνισμό κέρδισε στις 9 Οκτωβρίου ο αρχιτέκτονας Εμμανουήλ Λαζαρίδης, ο οποίος υπέβαλε τη μελέτη του με το ψευδώνυμο ΣΚΡΑ.
Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη, που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Φωκίων Ρωκ με την επίβλεψη του Λαζαρίδη, έγιναν στις 25 Μαρτίου 1932, επέτειο της Εθνικής εορτής, μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα και με μεγάλη επισημότητα. Την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου εκπροσώπησε ο αντιπρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου και υπουργός Εξωτερικών Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, ενώ παρέστησαν εκπρόσωποι πολλών ξένων κρατών (Ρουμανία, Πολωνία, Τουρκία, Γαλλία, Ιταλία, Γιουγκοσλαβία, Αίγυπτος και ΗΠΑ), οι οποίοι κατέθεσαν στεφάνια και απέδωσαν τιμές στο νεοαναγερθέν μνημείο.
Στο τέλος της τελετής, στην οποία συνέρρευσε πλήθος κόσμου, πραγματοποιήθηκε παρέλαση της φρουράς, των προσκόπων και των σχολείων. Το βράδυ τελέστηκε στρατιωτική λαμπαδηφορία, με συμμετοχή 3.000 ανδρών της φρουράς Αθηνών.
Την τιμητική φρούρηση του μνημείου ανέλαβε ο ευζωνικός λόχος της «Φρουράς του Προέδρου της Δημοκρατίας», ο οποίος μετονομάστηκε σε «Φρουρά του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτου», όνομα το οποίο διατήρησε έως τη μεταπολίτευση του 1935. Μετά την επάνοδο του Βασιλιά Γεωργίου Β’, ο λόχος μετονομάστηκε σε «Βασιλική Φρουρά». Η ονομασία αυτή παρέμεινε σχεδόν μέχρι το τέλος της επτάχρονης δικτατορίας του 1967. Μετά την πολιτική αλλαγή («Μεταπολίτευση») του 1974 επικράτησε επίσημα το όνομα «Προεδρική Φρουρά».
Το ταφικό μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη βρίσκεται ανάμεσα σε δύο μνημειακές κλίμακες, που συνδέουν το χώρο του μνημείου με την πρόσοψη των Παλαιών Ανακτόρων (σημερινής Βουλής), ενώ στον τοίχο που έχει δημιουργηθεί πίσω από τον τάφο υπάρχει ανάγλυφη παράσταση γυμνού οπλίτη με κράνος και ασπίδα, σε ύπτια στάση. Αριστερά και δεξιά τής παράστασης έχουν χαραχθεί αντίστοιχα οι φράσεις από τον Επιτάφιο του Περικλέους «μία κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών» και «ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος».
Στον τοίχο που περιβάλλει και από τις τρεις πλευρές το μνημείο είναι στερεωμένες κατά διαστήματα ορειχάλκινες ασπίδες, ενώ στους πελεκημένους πωρόλιθους του τοίχου είναι χαραγμένα κατά ενότητες τα ονόματα των τόπων, στους οποίους έχουν διεξαχθεί οι ενδοξότερες και φονικότερες μάχες των αμυντικών και απελευθερωτικών πολέμων του Ελληνισμού. Προ του μνημείου καίει ακοίμητο καντήλι, το φως του οποίου μεταφέρθηκε από την Αγία Λαύρα κατά την ημέρα των αποκαλυπτηρίων του.