Σελίδες

ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

ο καιρός

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013


Η πρώτη φορά που συνάντησα τον Αλεξάντρ Ντεσπλά ήταν το 2009 στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ηταν ήδη διάσημος, με δύο υποψηφιότητες για Οσκαρ μουσικής στο ενεργητικό του. Για τη «Βασίλισσα» του Στίβεν Φρίαρς και για την «Απίστευτη ιστορία του Μπεντζαμιν Μπάτον» του Ντέιβιντ Φίντσερ. Εντύπωση μου είχε κάνει η ασκητικά αδύνατη, ψηλή φιγούρα του: φειδωλός στα χαμόγελα, ντυμένος στα μαύρα, χαμηλόφωνος, εξαιρετικά καλλιεργημένος.

Την Παρασκευή 5 Απριλίου τον είδα ξανά από κοντά, αυτή τη φορά στην Αθήνα, στο προαύλιο του Γαλλικού Ινστιτούτου στη Σίνα, στο πλαίσιο του 14ου Φεστιβάλ Γαλλοφωνίας (όπου θα παρουσιαστεί και η ταινία «Ρεουάρ» του Ζιλ Μπουρντός για την οποία ο Ντεσπλά έχει γράψει τη μουσική).

Η ίδια ψηλόλιγνη φιγούρα, σε μπλε απόχρωση τούτη τη φορά. Του θυμίζω τη ζεστασιά με την οποία είχε μιλήσει πριν από περίπου τρία χρόνια για την Ελλάδα - από την οποία κατάγεται, αφού η μητέρα του είναι από τον Βόλο και ο παππούς του, ο πατέρας της, Αλέξανδρος Λαδόπουλος, από τη Σμύρνη. Τα θυμάται όλα, όπως επίσης θυμάται με πίκρα την ελάχιστη προέλευση κοινού στη μουσική παράσταση που είχε δώσει το 2009 στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης με το μουσικό σχήμα Traffic Quintet.  

Η καριέρα του Ντεσπλά χρονολογείται από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, όμως η καταξίωσή του ήρθε το 2003 με τη δουλειά του στην ταινία «Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι». Πριν από αυτή την ταινία ο Ντεσπλά είχε ήδη γράψει τη μουσική για περίπου 50 ταινίες, 30 τηλεοπτικές σειρές και αμέτρητες μικρού μήκους. 

«Εκανα πάντα μικρά αλλά σίγουρα βήματα για να φθάσω εκεί που έφθασα - σαν τον αλπινιστή»
 μου είχε πει χαρακτηριστικά.  «Αυτό βέβαια δεν σημαίνει τίποτε από μόνο του. Γνωρίζω πολλούς καλλιτέχνες που μετά το άνοιγμα στο Χόλιγουντ εξαφανίστηκαν. Το δύσκολο δεν είναι να μπεις στο Χόλιγουντ, αλλά να παραμείνεις».

Ο Ντεσπλά παρέμεινε. Λίγο να δεις τη φιλμογραφία του, τρίβεις τα μάτια σου. Δυο από τις πιο σημαντικές αμερικανικές ταινίες της περασμένης χρονιάς έχουν μουσική του: η «Επιχείρηση: ARGO» του Μπεν Αφλεκ, που τον οδήγησε για πέμπτη φορά στις υποψηφιότητες των Οσκαρ, και το «Zero dark thirty» της Κάθριν Μπίγκελοου.

Δική του επίσης είναι η μουσική στον «Θεό της σφαγής» και στον «Αόρατο συγγραφέα» του Ρόμαν Πολάνσκι (με τον οποίο συνεργάζεται και στην επόμενη ταινία του), στον οσκαρικό «Λόγο του βασιλιά» του Τομ Χούπερ, στο «Δέντρο της ζωής» του Τέρενς Μάλικ, στο «Αι ειδοί του Μαρτίου» του Τζορτζ Κλούνεϊ (με τον οποίο επίσης συνεργάζεται ξανά), στο «Σώμα με σώμα» και στον «Προφήτη» του Ζακ Οντιάρ. Η λίστα είναι ατελείωτη και εκλεκτή.

Η αγάπη του Ντεσπλά - ο οποίος γεννήθηκε στις 23.8.1961 στο Παρίσι - για τη μουσική οφείλεται στους γονείς του, που ήταν φανατικοί μουσικόφιλοι. Ως ιπτάμενος φροντιστής της αεροπορικής εταιρίας TWA, ο πατέρας του έκανε ταξίδια σε όλον τον κόσμο και εφοδίαζε το σπίτι με μουσικές από κάθε γωνιά του πλανήτη.

Στην Αμερική ήταν η εποχή του Ντιουκ Ελινγκτον και του Κόλμαν Χόκινς, αλλά το σπίτι του Ντεσπλά γέμιζε και με δίσκους από την Πορτογαλία, την Ελλάδα ή το Χαρτούμ. Η δε μητέρα του λάτρευε την κλασική μουσική και τους έλληνες συνθέτες, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Σταύρος Ξαρχάκος.
Την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε στη Θεσσαλονίκη, μου μιλήσατε αρκετά για την ιστορία της ζωή σας. Ο παππούς σας από τη Σμύρνη, η μητέρα σας γεννήθηκε στον Βόλο. Θυμόσασταν τον Βόλο καλά, ιδίως το λιμάνι του. Και είπατε ότι όνειρό σας ήταν να πάτε πίσω μια μέρα και να τον δείτε ξανά. Το κάνατε;

Αλεξάντρ Ντεσπλά: «Δυστυχώς όχι, δεν είχα προς το παρόν την ευκαιρία να πάω ξανά στον Βόλο, ούτε στη Βόρεια Ελλάδα. Αλλά η Ελλάδα είναι παντού. Η Ελλάδα είναι εδώ, εκεί, παντού. Τη νιώθω μόλις βγω από το αεροδρόμιο, σε κάθε γωνιά της Αθήνας. Στον Βόλο θα πάω κάποια φορά. Κυρίως όμως θέλω να πάω στη Σμύρνη, να δω πώς μοιάζει, να δω πώς θα νιώσω»
.
Θυμάμαι επίσης ότι μου είχατε πει ότι θέλατε να αποκτήσετε και το δικό σας σπίτι στην Ελλάδα. Αν δεν κάνω λάθος, οι δικοί σας μένουν στο Φάληρο. Τα καταφέρατε;

«Δουλεύω προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι σύνθετο. Θέλω να βρω έναν χώρο, ένα οικόπεδο στο σωστό σημείο, κοντά στη θάλασσα, πάνω στη θάλασσα. Μου αρέσει πολύ να κολυμπάω - στα ελληνικά νερά. Ζω στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στο Λος Αντζελες, στις μεγαλουπόλεις. Οπότε είναι φυσικό να θέλω να αποκτήσω ένα σπίτι πάνω στη θάλασσα. Αλλά θέλει χρόνο. Αναζητώ το μέρος εκείνο όπου θα φτιάξω ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα. Ισως γίνει σύντομα».

Η θάλασσα θα πρέπει να είναι πηγή έμπνευσης για δημιουργία μουσικής. Εμπνευστήκατε ποτέ από αυτήν; Και από πού εμπνέεται ένας μουσικός που πρέπει να γράψει μουσική για τον κινηματογράφο; Είναι το πρόσωπο του ηθοποιού; Είναι η θάλασσα; Ο ήλιος; Ολα;

«Η έμπνευση ξεκινά από την ιστορία. Η ιστορία γεννά το συναίσθημα, "ανοίγει" το κάδρο. Ενα τοπίο που μπορεί να σε οδηγήσει σε άγνωστα μέρη. Κάπως έτσι θέλω να διαλέγω τα έργα. Οπως ψάχνω να καταλάβω έναν άνθρωπο, να νιώσω ένα τοπίο. Το δεύτερο στοιχείο είναι να δω τι μπορώ εγώ να προσφέρω με τη μουσική μου. Τι παραπάνω έχω να δώσω στην ταινία. Οχι μουσική που συνοδεύει την ιστορία, αλλά κάτι άλλο. Το φως πάνω στο πρόσωπο ενός ηθοποιού μπορεί να είναι η φωνή του ή το τηλέφωνο που χτυπά… Ενα τοπίο, η θάλασσα, αλλά κυρίως τα πρόσωπα. Και βέβαια η σκηνοθεσία. Ο σκηνοθέτης είναι εκείνος που θα σε βοηθήσει και θα σε κάνει να ονειρευτείς. Ή ο ρυθμός του μοντάζ. Τα πλάνα του, αν είναι ανοιχτά ή κλειστά. Ολα αυτά μαζί δημιουργούν μια συμφωνία και εσύ βάζεις τη μουσική. Είναι μια μακρά και δύσκολη διαδικασία. Ως συνθέτης βάζω τον εαυτό μου μέσα στο κάδρο, σαν να είμαι και εγώ ηθοποιός. Προσπαθώ να είμαι εκεί, μέσα στην ταινία, μέσα στην ιστορία, μέσα στην εικόνα, στον ήχο, στις φωνές, και να γίνω με τη μουσική μου ένα μαζί τους».

Με άλλα λόγια, προτιμάτε να συνθέτετε τη μουσική μιας ταινίας ενώ η ταινία γυρίζεται;

«Ναι γιατί το σινεμά δεν είναι ένα σενάριο. Είναι ένα θέμα που γίνεται σενάριο και μετά ταινία, όλα τα στοιχεία πρέπει να ενωθούν. Ενα σενάριο δεν αρκεί. Είναι μόνο μια ιδέα τού τι μπορεί να είναι μια ταινία. Εμένα δεν μου αρκεί αυτή η ιδέα - σε άλλους συνθέτες μπορεί να είναι αρκετό. Εγώ θέλω να δω τι έγινε η ταινία, τι προτείνει, ποια είναι η καλλιτεχνική της εξέλιξη. Υπάρχουν χίλιοι τρόποι για να γράψεις ένα σενάριο. Ακόμη και ο ίδιος ο σκηνοθέτης μπορεί να δώσει διαφορετικές εκδοχές. Η αρχική ιδέα δεν φθάνει. Ακόμη και όταν ξέρω πώς θα εξελιχθεί η ταινία, πάλι δεν μου αρκεί. Μόνο όταν δω τις εικόνες, τις σκηνές, μόνο τότε αρχίζω να καταλαβαίνω και αποκτώ άποψη».

Θυμάμαι ότι στη Θεσσαλονίκη μου είχατε επίσης πει ότι ανακαλύψατε τη μουσική μέσω του πατέρα σας, που ήταν ιπτάμενος φροντιστής της αεροπορικής εταιρείας TWA και σας έφερνε δίσκους από όλο τον κόσμο. Θυμάστε πότε ανακαλύψατε ότι η κινηματογραφική μουσική θα ήταν το μέλλον σας; Και ίσως κάποιον συνθέτη που πραγματικά σάς ενέπνευσε γι' αυτό;

«Οταν επικεντρώνομαι σε ένα αντικείμενο τέχνης, όταν πειθαρχώ σε μια τέχνη (μουσική, χορός, ζωγραφική, θέατρο), καταλαβαίνω ότι είναι φτιαγμένη σε επίπεδα, το ένα πάνω στο άλλο. Στρώσεις. Ο καθένας μας χτίζει με διαφορετικές επιρροές. Είναι μια μακρά διαδικασία. Επίσης ακούω πολλή μουσική από ταινίες, ενώ από μικρός άκουγα πολλά και διαφορετικά είδη μουσικής. Είχα διαφορετικά ερεθίσματα, γι' αυτό και έχω επηρεαστεί από πολλά. Η κινηματογραφική μουσική διαθέτει τελικά μεγάλη ποικιλία.  Για παράδειγμα, στην ταινία "Ρενουάρ" (που αναφέρεται στη σχέση του ζωγράφου Ογκύστ Ρενουάρ με τον κινηματογραφιστή γιο του Ζαν Ρενουάρ) η μουσική έπρεπε να είναι πιάνο, μουσική ιμπρεσιονιστική, ενώ στην καινούργια ταινία του Ρόμαν Πολάνσκι στην οποία δουλεύω η μουσική θα έχει στοιχεία ελληνικά. Μουσικοί της Γαλλίας που με επηρέασαν είναι ο Μορίς Ζαρ, ο Ζορζ Ντελερί, ο Μισέλ Λεγκράν, αλλά και οι Τζον Γουίλιαμς, Τζέρι Γκόλντσμιθ, Αλεξ Νορθ και Φραντς Γουάξμαν».

Ο Λάλο Σίφριν;

«Ο Λάλο Σίφριν κυρίως από την τηλεόραση. Επίσης, μου αρέσει πολύ ο Ενιο Μορικόνε και φυσικά ο Νίνο Ρότα».  

Δεν υπάρχουν σχόλια: